Ειδικές ουρολοιμώξεις.

Χρόνια προστατίτιδα


  • Ορισμος προστατιτιδας
  • Διαγνωση χρονιας προστατιτιδας
  • Θεραπεια χρονιας προστατιτιδας
  • Χρονιο πυελικο αλγος
  • Θεραπεια χρονιου πυελικου αλγους
Ο όρος προστατίτιδα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα διαγνώσεων το οποίο περιλαμβάνει 4 κλινικές οντότητες: μία οξεία νόσο η οποία χρήζει άμεσης επέμβασης (οξεία βακτηριακή προστατίτιδα), δύο χρόνιες νόσους (χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα, σύνδρομο χρόνιου πυελικού άλγους) και ένα τυχαίο ιστολογικό εύρημα (ασυμπτωματική προστατίτιδα).
Διαγνωστικός Έλεγχος

Ο ουρολόγος διαθέτει διάφορες διαγνωστικές εξετάσεις για να διαφοροποιήσει και να κατηγοριοποιήσει τα 4 είδη προστατίτιδας. Αυτές περιλαμβάνουν εξετάσεις εντοπισμού και καλλιέργειας προστατικού υγρού μετά από μάλαξη όπως είναι η εξέταση των 4 ποτηριών κατά Stamey-Meares και η εναλλακτική εξέταση 2 ποτηριών καθώς επίσης και καλλιέργειες ούρων.

διαγνωση προστατιτιδας

 

Η δοκιμασία Stamey Meares περιλαμβάνει την καλλιέργεια της αρχικής ούρησης που ξεπλένει την ουρήθρα (VB1), την καλλιέργεια από το μέσο της ούρησης που έρχεται από την κύστη (VB2), τη προστατική μάλαξη και την καλλιέργεια του προστατικού εκκρίματος (EPS) και τέλος την καλλιέργεια ούρων μετά την μάλαξη (VB3). 

Η μέτρηση του υπολείμματος ούρων μετά την ούρηση συστήνεται στις περιπτώσεις που υποπτευόμαστε απόφραξη. Η καλλιέργεια σπέρματος, η μέτρηση PSA και το διορθικό υπερηχογράφημα προστάτη δεν έχουν ιδιαίτερη σύσταση για την εκτίμηση ασθενών με προστατίτιδα, παρ’ όλα αυτά οι εξετάσεις μπορεί ήδη να έχουν γίνει σε ασθενείς οι οποίοι ελέγχονται για άλλα ουρολογικά προβλήματα.

Παρομοίως ο απεικονιστικός έλεγχος έχει ρόλο μόνο στον αποκλεισμό άλλων ουρολογικών διαγνώσεων και όταν ο ασθενής με οξεία βακτηριακή προστατίτιδα δεν έχει την αναμενόμενη ανταπόκριση στην αρχική αντιβιοτική θεραπεία. Άλλες εργαστηριακές εξετάσεις (γενική αίματος, ηλεκτρολύτες, καλλιέργεια αίματος) μπορεί να χρειαστεί να γίνουν για έναν ασθενή ο οποίος φαίνεται σε κακή γενική κατάσταση ή έχει συνυπάρχουσες παθήσεις.

Χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα

Η χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα είναι μία επίμονη βακτηριακή λοίμωξη του προστάτη η οποία διαρκεί παραπάνω από 3 μήνες. Οι επαναληπτικές καλλιέργειες ούρων δείχνουν την ανάπτυξη του ίδιου βακτηρίου. Παράγοντες κινδύνου είναι η φίμωση, οι απροστάτευτες σεξουαλικές επαφές, η καλοήθης υπερπλασία προστάτη, τα στενώματα ουρήθρας, η υπερτροφία του αυχένα της κύστης, ο προηγηθείς καθετηριασμός ή κυστεοσκόπηση και η ανατομική προδιάθεση για παλίνδρομη ροή από τα ενδοπροστατικά σωληνάρια.

Κλινική εικόνα

Σε αντίθεση με τους ασθενείς με οξεία βακτηριακή προστατίτιδα, οι άνδρες με χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα δεν έχουν όψη πάσχοντος. Εμφανίζουν υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις, ουρηθρίτιδες ή επιδιδυμίτιδες με το ίδιο βακτηριακό στέλεχος. Ανάμεσα στα συμπτωματικά επεισόδια τα παθογόνα μικρόβια παραμένουν και μπορούν να εντοπιστούν στις καλλιέργειες. Οι ασθενείς μπορεί να έχουν ερεθιστικά συμπτώματα ούρησης και να εμφανίσουν πόνο στους όρχεις, στο περίνεο, στο κάτω μέρος της πλάτης και μερικές φορές στην άκρη ρου πέους. Στην κλινική εξέταση οι ασθενείς είναι συνήθως απύρετοι και η δακτυλική εξέταση του προστάτη έχει ποικίλα ευρήματα.

Η διάγνωση της χρόνιας βακτηριακής προστατίτιδας βασίζεται στο ιστορικό και την κλινική εξέταση καθώς και στις θετικές καλλιέργειες από τη δοκιμασία Stamey-Meares.

Επειδή η χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα είναι μία βακτηριακή λοίμωξη πρέπει να επιλεχθεί ένα κατάλληλο αντιβιοτικό με καλή διείσδυση στον προστατικό ιστό. Οι κινολόνες συνιστώνται ως φάρμακα πρώτης γραμμής. Φάρμακα δεύτερης γραμμής περιλαμβάνουν τη δοξυκυκλίνη και την αζιθρομυκίνη. Το θεραπευτικό σχήμα συνήθως κρατάει 4 με 6 εβδομάδες, εντούτοις συχνά χρειάζεται ένα σχήμα 6 με 12 εβδομάδων για να εκριζώσει τον παθογόνο μικροοργανισμό και για να αποτρέψει την υποτροπή.
Μη βακτηριακή Προστατίτιδα/Σύνδρομο Χρόνιου Πυελικού Άλγους

Η χρόνια μη βακτηριακή προστατίτιδα/σύνδρομο χρόνιου πυελικού άλγους χωρίζεται σε 2 κατηγορίες: την φλεγμονώδη, στην οποία ανευρίσκονται λευκοκύτταρα στο προστατικό έκκριμα ή στα ούρα μετά τη μάλαξη του προστάτη και τη μη φλεγμονώδη στην οποία δεν ανευρίσκονται λευκοκύτταρα. Η αιτιοπαθογένεση της νόσου δεν είναι ξεκάθαρη και μπορεί να είναι λοιμώδης, αυτοάνοση ή να οφείλεται σε νευρομυϊκό σπασμό. Τα συμπτώματα ποικίλουν ενώ μελέτες έχουν δείξει ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η νόσος προοδευτικά επιδεινώνεται ενώ περίπου το 1/3 των ασθενών θα βελτιωθεί με ή χωρίς θεραπεία.

Κλινικά συμπτώματα

Το κύριο σύμπτωμα της χρόνιας μη βακτηριακής προστατιτίδας/σύνδρομο χρόνιου πυελικού άλγους είναι πόνος που αποδίδεται στον προστάτη, χωρίς να μπορεί να αποδειχτεί λοίμωξη. Στην κλινική εξέταση ευαισθησία στην ψηλάφηση του προστάτη ή σπανιότερα της πυέλου παρουσιάζεται σε περίπου τους μισούς ασθενείς.

Διάγνωση

Η εκτίμηση και η διάγνωση του συνδρόμου χρόνιου πυελικού πόνου είναι αρκετά δύσκολη και απαιτητική. Οι περισσότερες από τις εξετάσεις που γίνονται κατευθύνονται στον αποκλεισμό άλλων θεραπεύσιμων ασθενειών (καλοήθης υπερπλασία προστάτη, όγκος κύστης). Η εκτίμηση της σοβαρότητας της νόσου, της εξέλιξη της νόσου και της απάντησης στη θεραπεία μπορεί να εκτιμηθεί μόνο με ειδικά πιστοποιημένα ερωτηματολόγια καταγραφής συμπτωμάτων. Η ποιότητα της ζωής θα πρέπει επίσης να εκτιμηθεί επειδή μπορεί να είναι πολύ χαμηλή σε σχέση με άλλες χρόνιες νόσους.

Θεραπεία.

Υπάρχει μεγάλη ποικιλία στα αποτελέσματα διαφόρων κατηγοριών θεραπείας στις δημοσιευμένες μελέτες. Συνήθως χρειάζεται πολυπαραγοντική αντιμετώπιση βασισμένη στα κυριότερα συμπτώματα και λαμβάνοντας υπόψη τη συννοσηρότητα. Ο συνδυασμός αντιβιοτικών, άλφα αναστολέων και αντιφλεγμονωδών φαρμάκων έχει δείξει αποτελεσματικότητα στη βελτίωση των συμπτωμάτων.

Άλλες θεραπείες μπορούν να χρησιμοποιηθούν είναι η χρήση φυτικών σκευασμάτων με quercetin (ένα πολυφαινολικό βιοφλαβονοειδές) ή cernilton (απόσταγμα γύρης πολυετούς ήρας), καθώς επίσης και υψηλές δόσεις pentosan polysulphate.

Επίσης αποτελεσματικότητα έχουν δείξει μία σειρά από φυσικές θεραπείες όπως η θεραπεία με κρουστικά κύματα, ο ηλεκτροβελονισμός και η νευροδιέγερση του οπίσθιου κνημιαίου νεύρου. Σε ασθενείς με έντονη ψυχολογική δυσφορία θα πρέπει να προσφερθεί ψυχοθεραπεία εστιασμένη στον χρόνιο πυελικό πόνο.

Για περισσότερες πληροφορίες, μην διστάσετε να επικοινωνήσετε με τον ουρολόγο.