Εξετάσεις για ουρολοίμωξη.

Ορισμοί των ουρολοιμώξεων


  • Ανάλογα με εντόπιση
  • Ανάλογα με συμπτώματα
  • Επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις
  • Ειδικές ουρολοιμώξεις
  • Πρώτη ή μεμονωμένη λοίμωξη
  • Μη θεραπευθείσα λοίμωξη
  • Επίμονη βακτηριουρία
  • Υποτροπιάζουσα λοίμωξη
  • Βακτηριακή εμμονή
  • Επαναμόλυνση
Ανάλογα με την εντόπισή τους, οι ουρολοιμώξεις διαχωρίζονται σε λοιμώξεις του ανώτερου (νεφρός, πύελος) και του κατώτερου ουροποιητικού (ουροδόχος κύστη, ουρήθρα), καθώς και του γεννητικού συστήματος (όρχεις, επιδιδυμίδα, προστάτης). Ο διαχωρισμός αυτός είναι ωστόσο σχετικός, καθώς υπάρχει πάντα η πιθανότητα επέκτασης μιας εντοπισμένης λοίμωξης σε ολόκληρο το σύστημα.
Ανάλογα με την ύπαρξη ή μη συμπτωματολογίας οι ουρολοιμώξεις διακρίνονται σε συμπτωματικές και ασυμπτωματικές. Η συμπτωματολογία και η χρονιότητα αυτής διαχωρίζει τις ουρολοιμώξεις σε οξείες και χρόνιες. Ωστόσο, πρόκειται για λοιμώξεις με διαφορετική αιτιοπαθογένεια, κλινική εικόνα και θεραπευτική αντιμετώπιση. Επιπλέον, ο χαρακτηρισμός «χρόνια» θεωρείται μάλλον άστοχος και πολλοί υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να αποφεύγεται, με εξαίρεση ειδικές περιπτώσεις, όπως είναι η χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα, καθώς δεν καθορίζεται συγκεκριμένη χρονική διάρκεια εκδήλωσης της λοίμωξης.
Οι ουρολοιμώξεις διαχωρίζονται επίσης σε επιπλεγμένες και μη επιπλεγμένες, ανάλογα με την ανατομική ή τη λειτουργική κατάσταση του ουροποιογεννητικού συστήματος και τη γενική κατάσταση του ασθενούς. Ως μη επιπλεγμένη χαρακτηρίζεται μια λοίμωξη, όταν επισυμβαίνει σε υγιές άτομο με ανατομικά και λειτουργικά φυσιολογικό ουροποιογεννητικό σύστημα. Η πλειονότητα των περιπτώσεων αφορά γυναίκες με μεμονωμένη ή υποτροπιάζουσα βακτηριακή κυστίτιδα ή οξεία πυελονεφρίτιδα, οι δε παθογόνοι μικροοργανισμοί είναι συνήθως ευαίσθητοι σε απλά αντιβιοτικά και εκριζώνονται εύκολα με βραχυπρόθεσμη χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής από το στόμα. Αντιθέτως, η επιπλεγμένη ουρολοίμωξη είναι συνυφασμένη με παράγοντες οι οποίοι ευνοούν την ανάπτυξη βακτηριδίων και μειώνουν την αποτελεσματικότητα της αντιβιοτικής αγωγής. Στις περιπτώσεις επιπλεγμένων ουρολοιμώξεων το ουροποιογεννητικό σύστημα παρουσιάζει ανατομική ή λειτουργική ανωμαλία, υπάρχει μειωμένη ανταπόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος, ενώ τα βακτήρια εμφανίζουν αυξημένη λοιμογόνο δύναμη και αντίσταση στα αντιμικροβιακά φάρμακα. Η πλειονότητα των ασθενών είναι άντρες, ωστόσο εδώ συγκαταλέγεται και η ουρολοίμωξη σε εγκύους.
Ένας ακόμα διαχωρισμός των ουρολοιμώξεων είναι σε μη ειδικές και ειδικές, ανάλογα τον παθογόνο μικροοργανισμό. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι ουρολοιμώξεις που προκαλούνται από τα λεγόμενα «κοινά» μικρόβια [Gram (-) ή (+), αναερόβια, άτυπα παθογόνα]. Η κλινική εικόνα είναι κοινότοπη, ανεξάρτητα από τον παθογόνο μικροοργανισμό. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι ουρολοιμώξεις που προκαλούνται από το μυκοβακτήριο της φυματίωσης, από παράσιτα και από μύκητες. Η κλινική εικόνα και τα κλινικοπαθολογικά ευρήματα είναι χαρακτηριστικά του κάθε παθογόνου μικροοργανισμού.
Είναι η κλινικά και εργαστηριακά διαγνωσμένη λοίμωξη σε ασθενή, στον οποίο δεν έχει προηγηθεί καμιά άλλη ουρολοίμωξη ή που συμβαίνει τουλάχιστον 6 μήνες μετά από προηγούμενη ουρολοίμωξη
Ο όρος υποδηλώνει την αποτυχία της αρχικής θεραπείας να εκριζώσει τα βακτήρια από τα ούρα. Κύρια αίτια είναι η μικροβιακή αντίσταση, η ανεπαρκής δοσολογία των αντιβιοτικών και διαταραχές που μειώνουν τη δράση των αντιβιοτικών (π.χ. ύπαρξη λίθου).
Πρόκειται για την ανεύρεση του ίδιου μικροοργανισμού σε καλλιέργεια ούρων που διενεργείται κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής και ανεξάρτητα από τον ποσοτικό του προσδιορισμό. Υποδηλώνει ανεπάρκεια της αρχικής αγωγής, κυρίως λόγω αντοχής του μικροοργανισμού σε αυτή.
Είναι η λοίμωξη που προκαλείται από τον ίδιο μικροοργανισμό εντός δύο εβδομάδων μετά τη συμπλήρωση της αντιμικροβιακής θεραπείας.
Είναι η υποτροπιάζουσα λοίμωξη από τον ίδιο μικροοργανισμό, όπως η αρχική, μετά από τεκμηριωμένα επιτυχή θεραπεία της προηγηθείσας λοίμωξης (αρνητική καλλιέργεια ούρων). Κύριο αίτιο είναι η ύπαρξη κάποιας υποκείμενης ανωμαλίας στο ουροποιογεννητικό (π.χ. φλεγμονώδης λίθος), η οποία ευνοεί την παραμονή του μικροοργανισμού παρά τη θεραπεία.
Πρόκειται για νέα ουρολοίμωξη από διαφορετικό παθογόνο μικροοργανισμό, μετά από τεκμηριωμένη ίαση της προηγούμενης ουρολοίμωξης. Πολύ συχνά ο υπεύθυνος παθογόνος μικροοργανισμός προέρχεται από κάποια εστία εκτός του ουροποιητικού.
Για περισσότερες πληροφορίες, μην διστάσετε να επικοινωνήσετε με τον ουρολόγο.